- καρκίνος
- ο1. κάβουρας: Βαδίζει σαν καρκίνος.2. κακοήθης όγκος: Τον έστειλαν στην Αμερική για να θεραπευτεί από τον καρκίνο.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Καρκίνος — crab masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καρκίνος — crab masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καρκίνος — Αχαλίνωτη ανάπτυξη και επέκταση ανώμαλων κυττάρων η οποία μπορεί να εμπλέκει κάθε ιστό και όργανο του σώματος. Χαρακτηριστικό του κ. είναι η τάση να εξαπλώνεται κατά συνέχεια ιστού και αιματογενώς ή λεμφογενώς δίνοντας απομακρυσμένες μεταστάσεις· … Dictionary of Greek
Ἐν γὰρ ἀμηχανίῃ καὶ Καρκίνος ἔμμορε τιμῆς. — Ἐν γὰρ ἀμηχανίῃ καὶ Κ(κ)αρκίνος ἔμμορε τιμῆς. См. На безрыбьи и рак рыба … Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)
καρκίνω — καρκίνος crab masc nom/voc/acc dual καρκίνος crab masc gen sg (doric aeolic) καρκίνος crab neut nom/voc/acc dual καρκίνος crab neut gen sg (doric aeolic) καρκινόω make crab like pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) καρκινόω make crab like… … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καρκίνοιο — καρκίνος crab masc gen sg (epic) καρκίνος crab neut gen sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καρκίνοις — καρκίνος crab masc dat pl καρκίνος crab neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καρκίνοισι — καρκίνος crab masc dat pl (epic ionic aeolic) καρκίνος crab neut dat pl (epic ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καρκίνον — καρκίνος crab masc acc sg καρκίνος crab neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
καρκίνου — καρκίνος crab masc gen sg καρκίνος crab neut gen sg καρκινόω make crab like pres imperat act 2nd sg καρκινόω make crab like imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)